Ιστορικό πλαίσιο
Η Αθήνα περιήλθε στην Οθωμανική κυριαρχία το 1456, με την κατάλυση του Δουκάτου των Αθηνών με την κατάκτηση να γίνεται ειρηνικά. Ειδικά μετά το τέλος του Ενετοτουρκικού πολέμου η πόλη θα διανύσει μία περίοδο ακμής και ειρήνης μετά από σχεδόν τρεις αιώνες σύγχυσης και αλλαγών. Η γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή σημειώνει άνοδο, καθώς επίσης και ο πληθυσμός της Αθήνας και των περιοχών γύρω της. Η άνθηση που γνωρίζει η Αθήνα την περίοδο του 16ου αιώνα θα επανέλθει ξανά μετά την απελευθέρωση. Την ίδια περίοδο έχουμε άνθηση του μοναχισμού, ιδρύεται η Μονή Πεντέλης και η Μονή Καισαριανής ακμάζει. Διοικητικά η περιοχώ της Αττικής είναι Βακούφι με αρχηγό τον χα, αρχιευνούχο του σουλτανικού χαρεμιού. Ακολουθεί το 1645 ο Ενετοτουρκικός πόλεμος που λήγει το 1669 με την κατάληψη της Κρήτης. Τα ίδια χρόνια φτάνουν στην Αθήνα οι πρώτοι περιηγητές οι οποίοι καταγράφουν αλλαγές στον πληθυσμό, ο οποίος έχει αρχίσει να μειώνεται. Το 1687 η Αθήνα καταλαμβάνεται από τον Μοροζίνι και τον στρατό του, και τότε γίνεται ο καταστροφικός βομβαρδισμός της Ακρόπολης.
Τα ενετικά χρόνια ήταν σύντομα, και οι ενετοί αποχωρούν από την Αθήνα, μαζί με τον χριστιανικό πληθυσμό και μετακινούνται στην Πελοπόννησο. Αθηναίοι αρχίζουν να επανέρχονται στην πόλη μετά το 1691 με τις περιουσίες τους να τους επιστρέφονται ενώ οι υπόλοιπες περιουσίες δημεύθηκαν. Εκείνη την χρονιά η Αθήνα θεωρείται ότι έχει 3000 κατοίκους με τους περισσότερους να είναι Αρβανίτες. Η ζωή στη Αθήνα σιγά σιγά επιστρέφει σε μία ειρηνική κατάσταση μέχρι το 1756. Τότε γίνεται η στάση κατά του βοεβόδα, Σαρή Μουσελίμη, από Έλληνες και Τούρκους Αθηναίους και το περιστατικό λήγει με βαριά φορολογία κατά του λαού.

Η Αθήνα δεν παίρνει μέρος στα Ορλοφικά (1770-1771) αλλά υφίσταται τις συνέπειες τους. Η Αθήνα μετατρέπεται με μαλικιανές, δηλαδή προσωπικό κτήμα του Σουλτάνου, και επικρατεί κλίμα διαφθοράς και κατάχρησης του αθηναϊκού πληθυσμού. Πολή σημαντική για την ζωή στην Αθήνα ήταν μία μάχη που έγινε αρκετά χρόνια μετά τα Ορλωφικά, μεταξύ των Αθηναίων και ενός τάγματος της Ιερής Πύλης το οποίο είχε σχηματιστεί για την καταπολέμηση της επανάστασης τον Ορλωφικών. Οι Αθηναίοι ήταν υπό την διοίκηση του Βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή.
Στις 2 Φεβρουαρίου του 1778 γίνεται η μάχη στο Χαλάνδρι, εκεί ο Χατζη Αλή Χασεκή με τους Αθηναίους νικάνε αλλά για να αποτρέψει άλλη επίθεση ο Χασεκή προστάζει να χτιστεί το τείχος. Το τείχος είχε μήκος 4 χιλιόμετρα, 80 εκατοστά πλάτος και 3 μέτρα ύψος και συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με το Θεμιστόκλειο τείχος του 4ου αιώνα. Χτίζεται σε διάρκεια μεταξύ 70-108 ημερών και είχε περισσότερο την όψη μεγάλου τοίχου, για αυτόν τον λόγο θεωρείται πως δεν χτίζεται για προστασία αλλά για τον έλεγχο μετακινήσεων εμπορευμάτων. Το τείχος, όπως αναφέρει ο Σκουζέ, έγινε με αγγαρεία, καταναγκαστική εργασία των κατοίκων και για την ολοκλήρωση του καταστράφηκαν αρχαίοι ναοί και γεφύρια, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικό υλικό, έτσι ξεκινάει η χειρότερη περίοδος διακυβέρνησης επι Χατζη Αλή. Παράδειγμα αποτελεί μια ρωμαϊκή γέφυρα του Ιλισού και ο ναός της Αγροτέρας Αρτέμιδος στο Μετς.
Μετά την εκτέλεση του Χασεκή στην Κέρκυρα, η ζωή δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει. Το 1816 ξεσπούν στην πόλη σοβαρές πολιτικές ταραχές. Οι δημογέροντες κατηγορούνται για κατάχρηση και φυλακίζονται, συνίσταται η Δωδεκάδα με αντιπροσώπους των επαγγελματικών συναφιών, ενώ πηγή προβλημάτων είναι και ο μητροπολίτης Αθηνών Γρηγόριος γνωστός και ως κακογρηγόρης. Φαίνεται δηλαδή ότι μετά την περίοδο του Χασεκή, οι αρχές του 19ου αιώνα αποτελούν περίοδο προετοιμασίας για την επανάσταση και το τέλος της Τουρκοκρατίας.
Πηγές
Οι πηγές για την Οθωμανική Αθήνα είναι πολλές, χωρίς όμως να υπάρχει συστηματικές και εξειδικευμένες. Συγκεκριμένα, οι πηγές είναι κυρίως γραπτές και καλλιτεχνικές, οθωμανικές, ελληνικές και από περιηγητικά εγχειρίδια. Λείπουν όμως αρχεία κτηματολογίου και απογραφικά που θα μας έδιναν μία πιο σαφή και συστηματική εικόνα για την οικονομία και τοπογραφία του τόπου. Ο λόγος για αυτό είναι η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του αρχειακού υλικού κατά την διάρκεια της επανάστασης, οπότε και διασώζονται μονάχα τα αρχεία της Μονής Πετράκη και κάποια οικογενειακά έγγραφα. Πολλά από αυτά έχουν δημοσιευτεί στο βιβλίο του Καμπούρογλου με τίτλο «Ιστορία των Αθηναίων» που περιέχει κυρίως έγγραφα δικαίου (συμβολαιογραφικά), καθώς επίσης και «Ο κώδιξ του Νοταρίου Αθηνών Παναγή Πούλου» το οποίο δημοσιεύεται από τον Γ. Α. Πετρόπουλο το 1957. Διοικητικά έγγραφα δημοσιεύονται επίσης από τον Θεμιστοκλή Φιλαδελφέα στην «Ιστορία των Αθηνών» (1902), τον Βλαχογιάννη στο «Αθηναϊκόν Αρχείον» (1901).
Εκτός από τα οικογενειακά και μοναστηριακά αρχεία, υπάρχουν χρήσιμες πληροφορίες για την Αθήνα και στα αρχεία των προξενείων τα οποίο όμως δεν έχουν ερευνηθεί επαρκώς. Από τα ενετικά αρχεία δημοσιεύει κάποια ο Κ. Μέρτζιος στα «Αθηναικά», ενώ έρευνα έχει κάνει και ο Δ. Καρύδης. Επίσης έχει δημοσιευτεί και μία έκθεση του διπλωμάτη Felix De Beaujour στο περιοδικό της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεότερου Ελληνισμού: Μνημοσύνη.
Τα περιηγητικά κείμενα ακόμα και αν εστιάζουν κυρίως στην αρχαιότητα παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες κυρίως από το ΄β μισό του 18ου αιώνα και έπειτα. Από τους πρώτους ταξιδιώτες είναι ο Εβλιγιά Τσελεμπή ο οποίος γράφει στο οδοιπορικό του σχεδόν για όλη την Ελλάδα, και φτάνει στην ατείχιστη τότε Αθήνα το 1667, ερχόμενος από την Κηφισιά. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή είναι ένας άνθρωπος ο οποίος γεννιέται στην Αυλή των ανακτόρων στην Κωνσταντινούπολη και περνάει από πολλές διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις, με αποτέλεσμα να ταξιδεύει σχεδόν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Στα γραπτά του υπάρχουν πολλά λάθη και ασάφειες αλλά τα λάθη αυτά αιτιολογούνται από την ποιητική αδεία η οποία κατακλύζει τα κείμενα του, παράδειγμα αποτελεί το ότι ξεκινάει την αφήγηση του για την Αθήνα με τον μύθο του Σολομώντα.
Τα ίδια περίπου χρόνια στην Αθήνα είναι πρόξενος ο Jean Giraud ο οποίος κάνει μία καταγραφή για τον πληθυσμό, την διοικητική οργάνωση και την τοπογραφία της Αθήνας με τίτλο «Relation de l’ Attique». Η έκθεση αυτή γράφεται μετά από επίκληση του μαρκησίου De Nointel ο οποίος επισκέπτεται την Αθήνα εκείνη την χρονιά (1674). Δύο χρόνια μετά φτάνουν οι άνθρωποι των οποίων το περιηγητικό έργο αποτελεί μέχρι και σήμερα τον ακρογωνιαίο λίθο των πηγών για την Οθωμανική Αθήνα του 17ου αιώνα, ο Jacob Spon και o George Wheler, οι οποίοι κάνουν μετρήσεις σχέδια και απεικονίσεις της πρώιμης περιόδου στην Αθήνα. Στο βιβλίο τους με τίτλο «Voiage d’ Italie, de Dalmatie, de Grece et du Levant» γίνεται αναφορά όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στους οικισμούς και τις μονές γύρω από αυτήν.

Το επόμενο χρονολογικά σημαντικό έργο για την Αθήνα είναι το έργο των James Stuart και Nicholas Revett οι οποίοι μένουν στην Αθήνα τρία χρόνια ,1751- 1753 και το συγγραφικό τους έργο είναι το τετράτομο «The Antiquities of Athens measured and delineated». Στο πλούσιο αυτό έργο δημοσιεύονται ακριβή αρχιτεκτονικά σχέδια καθώς και ένας κατάλογος τοπωνυμίων της Αττικής. Το 1755 αποβιβάζεται στον Πειραιά και ο Julien David Le Roy τον οποίο φιλοξενούν οι Καπουτσίνοι μοναχοί. Ο Le Roy διαβάζει τον Παυσανία και ταυτίζει τις αρχαιότητες εκδίδοντας έτσι το βιβλίο «Les ruines des plus beaux monuments de la Grece, considérées du côté de l'histoire et du côté de l'architecture» το 1770. Ο συγκεκριμένος αρχιτέκτονας περιηγητής, είναι τρανταχτό παράδειγμα των ανθρώπων που επισκέπτονται την Αθήνα για τις αρχαιότητες, μέσα όμως από το ταλέντο τους στο σχέδιο, την παρατήρηση και την διορατικότητα αναδεικνύουν την αρμονία που υπήρχε ανάμεσα στην αρχαία και την νέα πόλη των Αθηνών.
Μία δεκαετία αργότερα, το 1765, η εταιρεία Dilettanti στέλνει τον Richard Chandler ο οποίος περιγράφει αρκετά αναλυτικά την πόλη στο βιβλίο του «Travels in Greece, or an Account of a Tour Made at the Expense of the Society Of Dillettanti» που εκδίδεται το 1776. Ακόμα σημαντικότερο για τα τέλη του 18ου αιώνα είναι το συγγραφικό έργο του Robert Walpole, «Memoirs relating to European and Asiatic Turkey». Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στην οικονομία, την διοικητική οργάνωση, καθώς επίσης την χλωρίδα και πανίδα της Αττικής, αφού ο ίδιος είχε λάβει εκπαίδευση βοτανολογίας.
Στις αρχές του 19ου αιώνα επισκέπτονται και καταγράφουν την τοπογραφία της Αττικής οι Edward Dodwell, William Martin Leake και Charles Robert Cockerell. O Dodwell είναι ιρλανδός ζωγράφος με τα σχέδια του οποίου έχουν στολιστεί όλες τις έρευνες που έχουν εκδοθεί που τοποθετούνται στην οθωμανική Αθήνα, και ενώ αποτυπώνει αρχαία μνημεία εντάσσει την καθημερινή ζωή στα έργα του προσφέροντας υλικό για παρατήρηση στα έργα του. Οι Leake και Cockrell παρουσιάζουν μεγάλο έργο επίσης με το βιβλίο τους «Athens».
Μία σύντομη αναφορά οφείλει να γίνει και στα χρονικά που γράφονται στα χρόνια της τουρκοκρατίας, καθώς επίσης και στα αυτοβιογραφικά συγγράμματα. Τα βιβλία αυτά είναι πολύτιμα ως προς τις κοινωνικές μαρτυρίες, καθώς επίσης και καταστάσεις καταπίεσης από τους κατακτητές τις οποίες οι παραπάνω δεν βίωναν. Το παλαιότερο χρονικό είναι το «Σύντομο Χρονικό, το οποίο αφορά την κατάκτηση της Αθήνας και τα πρώτα χρόνια της κατάκτησης της Αθήνας. Στο σύγγραμμά γίνεται αναφορά στο παιδομάζωμα και σε επιδημίες που μειώνουν τον πληθυσμό της πόλης. Επόμενο χρονολογικά είναι το «Χρονικό Μάτεση» το οποίο αναδημοσιεύει ο Καμπούρογλου και αναφέρεται κυρίως στην ενετική κατοχή, και το «Χρονικό του Άνθιμου» το οποίο περιγράφει την Αθήνα την περίοδο 1754-1800. Ο Φιλαδελφεύς δημοσιεύει «Το ημερολόγιο του Δημήτριου Καλλιφρονά» ενώ χρήσιμη πηγή είναι και τα «Αναργύρεια Αποσπάσματα».
Αυτοβιογραφικές πηγές αποτελούν δύο συγγράμματα τα οποία αναφέρονται στα χρόνια της τυραννίας του Βοεβόδα ΧατζηΑλή Χασεκή. «Το χρονικό της Σκλαβωμένης Αθήνας του Παναγή Σκουζέ, θεωρείται μία ολοκληρωμένη εξιστόρηση του τι συνέβαινε εκείνα τα χρόνια, την οικονομική και σωματική εκμετάλλευση των Αθηναίων από τον βοεβόδα και πολλές πληροφορίες για τις αλλαγές στο Αθηναϊκό ψηφιδωτό. Ο Μπενιζέλος, γράφει την «Ιστορία των Αθηνών», ενώ όμως θέλει να δημιουργήσει ένα πιο ολοκληρωμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο έργο, ως επί το πλείστων περιγράφει και αυτός τα έντονα χρόνια που βίωσε υπό την τυραννία Χασεκή.


Χάρτες
Είναι ολοφάνερο πως οι ευρωπαίοι που επισκέπτονται την Αθήνα έχουν ήδη σχηματίσει μία γνώμη για το τι θέλουν να δουν και τι ψάχνουν, φαίνεται όμως πως η αρχαία Αθήνα έχει σε μεγάλο βαθμό ενταχθεί στο αστικό περιβάλλον, γειτνιάζοντας με τις νέες κατασκευές. Για την καταγραφή της αρχαίας Αθήνας δημιουργούνται και οι πρώτοι χάρτες, οι οποίοι δεν καταγράφουν την Αθήνα όπως είναι, αλλά εστιάζουν στην αναδόμηση της κλασικής πόλης. Απομακρύνοντας την προσοχή μας για λίγο από την Αθήνα είναι σημαντικό να αναφερθεί ένα ορόσημο στην παγκόσμια γεωγραφία, η έκδοση του “Theatrum orbis terrarium” του Abraham Ortelius. Ο πρώτος Άτλας που δημιουργήθηκε ποτέ παίρνει την τελική του μορφή το 1598, στα τέλη δηλαδή του 16ου αιώνα, και αλλάζει για πάντα τα δεδομένα για την πρόσληψη του χώρου ανά την ανθρωπότητα, και τον διαχωρισμό της σε επικράτειες. Για την Ελλάδα, στον Άτλα δημιουργούνται δύο χάρτες, έναν για την αρχαία Ελλάδα και έναν για την μοντέρνα. Αναφορά στην Αθήνα δεν γίνεται από τον Ortelius ο οποίος επισημαίνει την ρευστότητα της εδαφικής κατοχής στα ελληνικά εδάφη.

Οι πρώτοι που ασχολούνται με την τοποθέτηση των σημαντικότερων μνημείων στον χώρο και την δημιουργία ενός χάρτη ήταν οι Καπουτσίνοι μοναχοί που ζούσαν στο μοναστήρι τους στην Αθήνα. Εκεί φιλοξενούνται μέσα στα χρόνια πολλοί ερευνητές που έχουν έρθει στην Αθήνα για να γράψουν για αυτήν και ενώ έχει πολλά λάθη, ο χάρτης των Καπουτσίνων αποτελεί την ακρογωνιαία λίθο για την τοπογραφική καταγραφή της Αθήνας. Ο χάρτης που δημιουργούν έχει σχεδιασμένα όλα τα μεγάλα αρχαία μνημεία της πόλης, καθώς και νεότερα κτίρια που αποτελούσαν σήμα κατατεθέν της περιοχής τους. Στον χάρτη είναι επίσης σχεδιασμένοι κάποιοι δρόμοι μερικοί από τους οποίους οδηγούν έξω από την πόλη.

Τους καπουτσίνους μοναχούς ακολουθούν οι Γάλλοι Guillet Georges και ο Ethienne Gravier d’Ortieres που εξερευνούν την Αθήνα την δεκαετία του 1670 και κάνουν διορθώσεις στον χάρτη. To 1678 o Jacob Spon μαζί με τον George Wheler δημιουργούν έναν δεύτερο χάρτη, μετά από συστηματική έρευνα, ενώ αρκετοί δημιουργούνται και κατά την Ενετική κυριαρχία με τον διάσημο χάρτη του Verneda να ξεχωρίζει.


Στην δεύτερη περίοδο της Οθωμανικής κατοχής αυξάνεται το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων και ειδικά των Γάλλων εξερευνητών για την αρχαία Αθήνα ώστε να δουν από κοντά τα αρχαία κατάλοιπα. Μεγάλη συμβολή ως προς την ταύτιση των αρχαίων είχε ένας χάρτης που δημιουργούν οι Nicholas Revett και James Stuart, που ζουν και αποτυπώνουν την Αθήνα τα έτη 1751-53, αλλά εκδίδουν το βιβλίο τους “The antiquities of Athens” το 1794. Όμοιος είναι και ο χάρτης του Julien-David LeRoy, ο οποίος καταγράφει τις αρχαιότητες, αλλά αδιαφορεί για την πολεοδομική σύνθεση της πόλης. Ίσως ο σημαντικότερος και ορθότερος χάρτης είναι αυτός που κατασκευάζει ο Louis-Francois- Sebastien Fauvel που εκδίδεται το 1801 στο Παρίσι αλλά χρονολογείται ότι κατασκευάστηκε πριν το 1787. Ο χάρτης του Fauvel περιέχει υπόμνημα.

Δύο πού σημαντικοί χάρτες σχεδιάζονται λίγα χρόνια πριν την επανάσταση και δημοσιεύονται το 1820 και το 1821. O Simone Pomardi στο ταξίδι του το 1804- 1806 σχεδιάζει έναν χάρτη με τα σημαντικότερα μνημεία της Αθήνας για το βιβλίο του με τίτλο “Viaggio nella Grecia”, στον οποίο όμως υπάρχει πολεοδομική σύνθεση της πόλης.

Κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει όμως στον χάρτη που σχεδιάζει ο William Martin Leake τα ίδια χρόνια, στον οποίο οι σύγχρονοι δρόμοι δεν αποτελούν μέρος του χάρτη. Κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης ο Bessan J. F. δημιουργεί έναν χάρτη κοινό για τα αρχαία και οθωμανικά κτήρια, με την καταγραφή των οθωμανικών όμως να είναι ελλιπής συγκριτικά με τον χάρτη που θα αναφερθεί παρακάτω της ίδιας περιόδου.
Φαίνεται λοιπόν πως οι περιηγητές δεν ενδιαφέρονταν για την πολεοδομία της Αθήνας και δεν υπήρχε μέχρι πρόσφατα χάρτης με τους δρόμους και τον γενικότερο πολεοδομικό σχεδιασμό. Το 2016 ένας χάρτης από το General Directorate of State Archives of the Prime Ministry of the Republic of Turkey in Istanbul δημοσιεύεται μετά από μία έκθεση στο κτήριο αφιερωμένο στους χάρτες Οθωμανικών κάστρων.
Ο χάρτης είναι έγχρωμος, χειροποίητος και διαστάσεων 141.5x 112 εκατοστά, περιέχει πυξίδα και τοπωνύμια γραμμένα στα τούρκικα. Περιέχει την Αθήνα μέσα στα τείχη του Χασεκή αλλά εικονίζει μόνο έξι από τις επτά πύλες του. Το δημιούργημα αυτό είναι άγνωστου καλλιτέχνη και φαίνεται να δημιουργήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι ο δημιουργός ήταν τουρκικής καταγωγής. Στον χάρτη έχουν ζωγραφιστεί με μεγάλη ακρίβεια κινστέρνες, πύλες, αποθήκες, και προμαχώνες. Ακόμη, φαίνονται οι δρόμοι αλλά και ο ποταμός Ιλισός με διακεκομμένη γραμμή και ενώ εντός των τειχών ο δημιουργός είναι πολύ λεπτομερείς, έξω από τα τείχη του Χασεκή εικονογραφεί μονάχα τους λόφους και βλάστηση, καθώς δεν αποτυπώνεται τα μέρη όπου υπήρχαν αγροτικές οικίες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ενώ ο χάρτης είναι αρκετά ακριβής και λεπτομερείς, με κήπους σπιτιών και μπαλκόνια, οι μιναρέδες των τζαμιών είναι ζωγραφισμένα σε όψη και όχι σε κάτοψη. Ακόμη, ενώ τα σπίτια σχεδιάζονται με μαύρο περίγραμμα τα δημόσια κτήρια είναι σχεδιασμένα με κόκκινο περίγραμμα. Για να γίνει ακόμα πιο λεπτομερείς ο άγνωστος καλλιτέχνης έχει σχεδιάσει τα τζαμιά με κόκκινο περίγραμμα χωρίς γέμισμα, ενώ οι εκκλησίες είναι με γκρι γέμισμα. Τα κτήρια αυτά δεν έχουν ονόματα και δίπλα στις εξήντα εκκλησίες είναι απλά γραμμένη στα τούρκικα η λέξη μοναστήρι, και στα τζαμιά η φράση άγια τζαμιά (cami-I serif). Στον χάρτη εικονίζονται επίσης εκτός της Ακρόπολης, το Ολυμπείο και το Ηφαιστείο χωρίς όμως τα τοπωνύμια τους.
Η Ακρόπολη είναι σχεδιασμένη με λίγο παραπάνω λεπτομέρεια αλλά και εδώ τα τοπωνύμια είναι απών, καθώς ο λόφος ονομάζεται το Κάστρο της Αθήνας (Atina calesi) και το τζαμί του Παρθενώνα cami-I serif όπως και τα υπόλοιπα τζαμιά της πόλης. Στον λόφο επίσης γίνεται αναφορά στο Ερεχθείο ως Belkis Sarayi, ενώ και το οικιστικό περιεχόμενο είναι πολύ ακριβές. Η Ακρόπολη είναι σχεδιασμένη και σε όψη στο πάνω δεξιά άκρο του χάρτη με κλίμακα, η οποία πάλι αναφέρεται ως το κάστρο των Αθηνών. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η χρονολογία του χάρτη η οποία είναι είτε 1826 είναι 1827.
Εκτός από τους χάρτες, πολύτιμα τεκμήρια για την ανασύσταση της οθωμανικής περιόδου είναι φυσικά οι ελαιογραφίες, τα χαρακτικά και άλλα καλλιτεχνικά δημιουργήματα εξερευνητών καθώς και σκίτσα από εκδόσεις βιβλίων εκείνης της εποχής για την Αθήνα.